διαβιβαστικός

διαβῐβ-αστικός, ή, όν, of Verbs,
A transitive, Id.Synt.298.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαβιβαστικός — transitive masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβαστικός — ή, ό (ΑΜ διαβιβαστικός, ή, όν) διαβιβαστήριος αρχ. 1. (ως γραμματικός όρος) ο μεταβατικός 2. αυτός που προσφέρει ή παρέχει εύκολη διάβαση …   Dictionary of Greek

  • διαβιβαστικός — ή, ό ό,τι και όποιος χρησιμοποιείται ως μέσο για τη διαβίβαση: Προωθώ την αίτησή σου με συνοδευτικό διαβιβαστικό έγγραφο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβιβαστικά — διαβιβαστικός transitive neut nom/voc/acc pl διαβιβαστικά̱ , διαβιβαστικός transitive fem nom/voc/acc dual διαβιβαστικά̱ , διαβιβαστικός transitive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβαστικόν — διαβιβαστικός transitive masc acc sg διαβιβαστικός transitive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβαστικοῦ — διαβιβαστικός transitive masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβαστικῆς — διαβιβαστικός transitive fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.